Σεξουαλικός σαδισμός

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Πήγαινε κάτω

Σεξουαλικός σαδισμός

Δημοσίευση από Psychoanalysis Forum Την / Το Κυρ Μαρ 23, 2008 1:56 am

Σεξουαλικός σαδισμός


ΨΥΧΟΠΑΘΟΛΟΓΙΑ


Ιστορία. Ο όρος "σαδισμός" χρησιμοποιήθηκε αρχικά στη Γαλλική ιατρική
βιβλιογραφία των αρχών του 19ου αιώνα σε συνδιασμό με τα γραπτά του
Μαρκήσιου ντε Σαντ, τα οποία περιείχαν σκηνές βίας με σκοπό τον
ερωτισμό. Τα γραπτά του Krafft-Ebing (1886/1965) επίσης (Psychopathia
Sexualis) αποτελούν αποτελούν κλασσική πηγή ανεύρεσης υλικού για τον
σεξουαλικό σαδισμό. Περιγράφει ότι η αίσθηση σεξουαλικής ευχαρίστησης
παράγεται με πράξεις κακοποίησης ή τιμωρίας του ερωτικού αντικειμένου
από ζώα ή ανθρώπους και συνίσταται από μία αρχική επιθυμία να πονέσει,
να πληγώσει ή ακόμα και να καταστρέψει το σεξουαλικό αντικείμενο, ώστε
να επιτευχθεί η σεξουαλική ευχαρίστηση. Άλλοι συγγραφείς δίνουν έμφαση
στην έννοια του πόνου σαν κύριο στοιχείο του σαδισμού. Ο
Schrenck-Notzing (1895/1956), πρότεινε τον όρο "αλγολαγνία"
"algolgnia", και διαχώρισε στον ενεργό (σαδισμό) και στον παθητικό
(μαζοχισμό) τύπο, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για δύο πόλους της ίδιας
διαταραχής. O Eulenberg (1911), επέκτεινε τον ορισμό περιλαμβάνοντας
τόσο τον σωματικό όσο και τον ψυχικό πόνο. Ο Karpman (1954), έδωσε
έμφαση στην επιθυμία για δύναμη, η οποία προκαλεί το φόβο, το θυμό και
την κακοποίηση του θύματος. Έτσι, ο πόνος είναι σημαντικός περισσότερο
επειδή συμβολίζει τη δύναμη και τον έλεγχο. Διαγνωστικά κριτήρια
Πρόσφατα επίσημα διαγνωστικά συστήματα προτείνουν ευρύτερη αντίληψη της
έννοιας του σαδισμού. Το ICD-10 (WHO, 1992), ορίζει το σαδισμό σαν
"προτίμηση για σεξουαλική δραστηριότητα που περιλαμβάνει δέσιμο, πόνο ή
κακοποίηση". Το DSM-IV (American Psychiatric Association, 1994) απαιτεί
τα ακόλουθα κριτήρια: Α. Για περίοδο τουλάχιστον 6 μηνών, το άτομο έχει
επίμονες σεξουαλικές φαντασιώσεις, τάσεις ή συμπεριφορές που
περιλαμβάνουν πράξεις (πραγματικές ή προσομοιωτικές), στις οποίες ο
ψυχικός ή σωματικός πόνος του θύματος το διεγείρει σεξουαλικά. Β. Οι
σεξουαλικές φαντασιώσεις, τάσεις ή συμπεριφορές προκαλούν σημαντική
κλινική δυσφορία ή διαταραχή στη κοινωνική, εργασιακή ή άλλη σημαντική
περιοχή της λειτουργικότητας. Χρησιμοποιώντας τα κριτήρια του DSM-III-R
οι Hucker et al (1988), βρήκαν υψηλή διαγνωστική συμφωνία σε δείγμα
σαδιστών, αλλά δεν συνέβη το ίδιο στο δείγμα των Knight et al (1994),
όπου παρουσιάστηκε δυσκολία διαφοροποίησης μεταξύ σεξουαλικού σαδισμού
και άλλων τύπων σεξουαλικής επιθετικότητας. Επιδημιολογία Δεν υπάρχουν
αρκετά στοιχεία για τη επικράτηση του σεξουαλικού σαδισμού. Οι Kinsey
et al (1953), βρήκαν ότι το 3-12% των γυναικών και το 10-20% των ανδρών
δείχνουν να διεγείρονται σε σαδομαζοχιστικού τύπου διηγήσεις. Οι
Crepault & Couture (1980), μελετώντας άνδρες γενικού πληθυσμού
βρήκαν ότι το 15% είχαν φαντασιώσεις κακοποίησης γυναίκας και το 10,7%
φαντασιώσεις να χτυπούν γυναίκα. Οι Arndt et al (1985), βρήκαν ότι το
ένα τρίτο των γυναικών και το ήμισυ των ανδρών είχαν σεξουαλικές
φαντασιώσεις να δένουν τον/την σύντροφό τους, χωρίς να είναι ξεκάθαρο
αν αυτές οι συμπεριφορές αφορούν προτίμηση ή απλώς είναι μέρος ενός
σεξουαλικού ρεπερτορίου δραστηριοτήτων που συμβαίνουν ενίοτε. Επιπλέον,
βρέθηκε ότι το 5% των ανδρών και το 2% των γυναικών ανέφεραν ότι
έπαιρναν σεξουαλική ικανοποίηση προκαλώντας πόνο (Hunt, 1974). Tο
10-20% του πορνογραφικού υλικού των περιοδικών αποτελείται από
σαδιστικά θέματα (Dietz & Evans, 1982), ενώ αποτελεί παράδοξο το
γεγονός ότι το μεγαλύτερο μέρος του υλικού αυτού αποτελείται από σκηνές
με γυναίκες σε κυριαρχικό ρόλο (Weinberg, 1987). Συνοδά ευρήματα Πολλοί
κλινικοί θεωρούν το σαδισμό και το μαζοχισμό συμπληρωματικές
διαταραχές. Η παρατήρηση ότι τα άτομα με μαζοχιστικές φαντασιώσεις
έχουν συγχρόνως και σαδιστικές φαντασιώσεις, ενισχύει την άποψη αυτή
(Arndt et al, 1985). Σε δείγμα σαδομαζοχιστών, στη Δυτική Γερμανία,
βρέθηκε ότι στο 29% υπήρχε εναλλαγή μεταξύ κυρίαρχου και υποτακτικού
ρόλου (Spengler, 1977). Eπίσης, παρατηρήθηκε σχέση μεταξύ ασφυξιοφιλίας
και σαδιστικού φόνου (Hucker & Blanchard, 1992). Σημαντικά επίσης
είναι τα ευρήματα συνύπαρξης σεξουαλικού σαδισμού και άλλων παραφιλιών.
Οι Abel et al (1988), βρήκαν ότι το 18% των σαδιστών ήταν επίσης
μαζοχιστές, το 46% είχε διαπράξει βιασμό, το 21% επιδειξιομανία, το 25%
ηδονοβλεψία, και το 30% παιδοφιλική δραστηριότητα. Άλλοι ερευνητές
βρήκαν σημαντική συνύπαρξη μεταξύ σαδισμού, μαζοχισμού, φετιχισμού, και
μετενδυματικού φετιχισμού, εντοπίζοντας μάλιστα ότι οι βαρύτερες
περιπτώσεις σαδιστών σχετίζονται περισσότερο με το φετιχισμό και το
μετενδυματικό φετιχισμό (Dietz et al, 1990). Aρκετοί ψυχαναλυτές
υποστήριξαν την ύπαρξη σαδιστικής προσωπικότητας (Kernberg, 1970), ενώ
το DSM-III-R πρότεινε την ύπαρξη μιας τέτοιας προσωπικότητας. Τα
σπουδαιότερα στοιχεία ήταν ένα διεστραμένο πρότυπο με μειωτική και
επιθετική συμπεριφορά που κατευθυνόταν στους άλλους και που άρχιζε από
την πρώιμη ενήλικη ζωή. Η σημαντική αλληλεπικάλυψή της όμως με την
ψυχοπαθητική και τη ναρκισσιστική διαταραχή προσωπικότητας ήταν η αιτία
της μη κατηγοριοποίησής της στο DSM-IV. Επιπλέον, είναι γνωστό ότι δεν
είναι απαραίτητο, τα άτομα που δείχνουν συμπεριφορά κακοποίησης, να
διεγείρονται σεξουαλικά από τη συμπεριφορά αυτή (Dietz et al, 1990).
Τύποι σαδιστικής συμπεριφοράς Ο Krafft-Ebing (1886/1965) ομαδοποίησε τα
περιστατικά με σεξουαλικό σαδισμό στις εξής κατηγορίες. 1. Lust-murder
: Πρόκειται για περιπτώσεις που συνδέεται η σεξουαλική διέγερση με το
φόνο, σε μερικές μάλιστα περιπτώσεις με καννιβαλισμό. 2. Κακοποίηση
πτώματος ή νεκροφιλία. 3. Σωματική βλάβη γυναικών, για παράδειγμα
χαράκωμα,, μαστίγωμα. 4. Defilement γυναικών. 5. Άλλα είδη κακοποίησης
γυναικών, κυρίως συμβολικού περιεχομένου, όπως, το κόψιμο των μαλλιών
του θύματος. 6. Σαδιστικές φαντασιώσεις χωρίς πράξη κακοποίησης. 7.
Σαδισμός με άλλα αντικείμενα, για παράδειγμα μαστίγωμα αγοριών. 8.
Σαδιστικές πράξεις με ζώα. Ο Hirscfeld (1956), ομαδοποίησε σε μείζονες
και ελλάσονες κατηγορίες, θεωρώντας σαν μείζονες τον lust-murder, το
χαράκωμα, και την νεκροφιλία. Στις περιπτώσεις που υπάρχει συμμετοχή με
συγκατάθεση σε πράξεις ελλάσονος σεξουαλικής σαδιστικής δραστηριότητας
το κυριαρχικό άτομο θέτει το υποτακτικό σε θέση αβοήθητου και κατόπιν
το υποβάλλει σε ποικίλες μορφές υποταγής ή τιμωρίας. Ο πόνος ή η
κακοποίηση πραγματοποιείται μέσω ποικίλων πράξεων, όπως μαστίγωμα ή
γρονθοκτυπήματα. Η χρησιμοποίηση ρόλων όπως κυρίου-σκλάβου ενισχύει την
ένταση της κακοποίησης, ενώ συνήθεις είναι οι πρακτικές ποικίλης
ένδυσης του υποτακτικού ατόμου, η αντιμετώπισή του σαν ζώο, η ούρηση ή
εγκόπριση επάνω του, και η υποχρέωση να πιεί τα ούρα. Το υποτακτικό
άτομο μπορεί να υποχρεωθεί να φορέσει πάνες ή να γλυψει τα παπούτσια
του κυριαρχικού. Το μαστίγωμα εφαρμόζεται σχεδόν αποκλειστικά στα
οπίσθια του υποτακτικού ατόμου. Το δέσιμο με χρησιμοποίηση φίμωτρου ή
περίδεση ματιών, που ενισχύουν την αίσθηση αβοήθητου του υποτακτικού
ατόμου, είναι επίσης απαραίτητα στοιχεία. Οι μαστοί της γυναίκας
υποτακτικής δένονται σφιχτά ή εφαρμόζονται παραμάνες στις θηλές,
ανεξαρτήτως φύλου ή στο πέος, όταν πρόκειται για άνδρα σε ρόλο
υποτακτικού. Συχνά εφαρμόζονται υποκλισμοί με σκοπό τον έλεγχο των
σωματικών λειτουργειών του υποτακτικού ατόμου, ενώ συχνά υποχρεώνονται
να διατηρούν τον υποκλισμό για μακρύ χρονικό διάστημα. Η
σαδομαζοχιστική συμπεριφορά αποτελεί επίσης ειδική μορφή συμπεριφοράς
στην κοινωνία των ομοφυλοφίλων. Είναι αρκετά δύσκολη η πρώιμη
αναγνώριση της επικίνδυνης μορφής σαδισμού. Μερικοί βιαστές αρχίζουν τη
δραστηριότητά τους με μη εμφανή σεξουαλικά εγκλήματα, όπως ληστεία μετά
την οποία βιάζουν το θύμα, αλλά αργότερα εμφανίζουν ξεκάθαρα σεξουαλική
σαδιστική συμπεριφορά (Ressler et al, 1983). Σαδιστικός και lust murder
Ο lust murder είναι είναι αυτός κατά τον οποίο ο δολοφόνος λαμβάνει
σεξουαλική ευχαρίστηση σκοτώνοντας (Arndt, 1991), Ο σεξουαλικός
σαδισμός είναι η συνήθης παραφιλία που υποκρύπτεται (Dietz et al,
1990). Τα άτομα αυτά περιγράφονται σαν υπερελεγχόμενα, εσωστρεφή,
ντροπαλά, και κοινωνικά απομονωμένα. Διαθέτουν πολύ χαμηλή αυτοεκτίμηση
και το έγκλημα τους δίνει την αίσθηση ανωτερότητας (Brittain, 1970). Σε
μερικές περιπτώσεις μπορεί να μην υπάρχει πραγματική επαφή με το θύμα,
αφού ο φόνος υποκαθιστά τελείως τη σεξουαλική πράξη (Podolsky, 1965).
Ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα ευρήματα που προκείπτουν από στοιχεία που
συλλέγησαν από το FBI, και αφορούν ακραίες μορφές σεξουαλικού σαδισμού
(Dietz et al, 1990). Βρέθηκε ότι η πλειονότητα ήταν λευκοί, σχεδόν οι
μισοί ήταν έγγαμοι, το 43% είχαν ιστορικό ομοφυλόφιλης εμπειρίας, στο
20% συνυπήρχε άλλη διαστροφή, σχεδόν οι μισοί είχαν γονείς με
διαταραγμένες σχέσεις ή διαζύγιο, το 23% ανέφερε σωματική και το 20%
σεξουαλική κακοποίηση κατά την παιδική ηλικία. Πολλοί από αυτούς είχαν
την τάση να οδηγούν με το αυτοκίνητό τους χωρίς εμφανή σκοπό. Επίσης,
είχαν την τάση να μετατρέπουν το αυτοκίνητό τους ώστε να μοιάζει με
αυτοκίνητο της αστυνομίας. Σχεδόν όλοι είχαν προσχεδιάσει το έγκλημα. Η
κατακράτηση του θύματος για πάνω από 24 ώρες ήταν συνήθης και
συνδιαζόταν με δέσιμο, κάλυψη των ματιών ή απειλή με όπλο. Η σεξουαλική
δραστηριότητα περιελάμβανε δέσιμο, πρωκτική και στοματική πράξη, και
εισαγωγή ξένων σωμάτων. Το 73% των θυμάτων θανατώνονταν. Περισσότεροι
από τους μισούς δράστες κατέγραφαν τη δραστηριότητά τους σε ημερολόγια
ή σε κασσετόφωνο, βιντεοταινία, φωτογραφίες, και σκίτσα. Το 40%
κρατούσαν στην κατοχή τους ένα αντικείμενο του θύματος. Oι Dietz et al
(1990), παρατήρησαν ότι όλοι οι σαδιστές παραπτωματίες είχαν
ναρκισσιστικά χαρακτηριστικά στη προσωπικότητά τους, ενώ το 40% είχαν
ιστορικό χρήσης εθιστικών ουσιών, άλλων εκτός του αλκοόλ. Ο Brittain
(1970), βρήκε ότι στο 40% είχαν ψυχοπαθητικές προσωπικότητες με ισχυρά
ναρκισσιστικά στοιχεία, ενώ οι Langevin et al (1988), ότι το 75% έκανε
χρήση εθιστικών ουσιών, το 50% κατάχρηση αλκοόλ, είχαν για
cross-dressing ή ένιωθαν δυσφορία για το φύλο τους. Οι Gratzer &
Bradford (1995), συγκρίνοντας σαδιστές και μη-σαδιστές σεξουαλικούς
παραπτωματίες αμφισβήτησαν τα συμπεράσματα των Dietz et al(1990),
θεωρώντας μη αντιπροσωπευτικό το δείγμα από το FBI. Ο Grubin (1994),
συγκρίνοντας βιαστές με βιαστές που σκότωσαν το θύμα τους, δεν βρήκε
ότι τα κλασσικά σαδιστικά χαρακτηριστικά μπορούσαν να διαχωρίσουν τα
δύο δείγματα. Παρατήρησε όμως ότι οι βιαστές που σκοτώνουν
χαρακτηρίζονται από μόνιμες δυσκολίες στις ετεροσεξουαλικές σχέσεις και
κοινωνική απομόνωση. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι στο ένα
τρίτο περίπου των περιπτώσεων υπάρχει κάποια σύντροφος που βοηθά το
δράστη. Η συνύπαρξη αυτή τονίζει την κυριαρχικότητα του ενός ατόμου
έναντι του άλλου. Οι γυναίκες αυτές, μέσω της ψυχολογικής, σωματικής,
και σεξουαλικής κακοποίησης, γίνονται σταδιακά "συμπληρωματικό
εξάρτημα" του άνδρα σαδιστή (Hazelwood et al, 1993). Σαδιστικός βιασμός
Ο βιασμός είναι μία σύνθετη και πολλαπλά καθοριζόμενη συμπεριφορά και
οι βιαστές δεν είναι μία ξεκάθαρα ομογενής ομάδα (Prentky & Knight,
1991). Ο βαθμός της παρεκκλίνουσας σεξουαλικής διέγερσης, όπως
μετρήθηκε με τη φαλλομετρία, φαίνεται να σχετίζεται με τη συχνότητα και
τη σοβαρότητα της σεξουαλικής επίθεσης (Abel et al, 1977). Τα άτομα
λοιπόν με μεγαλύτερη παρεκκλίνουσα σεξουαλική διέγερση δείχνουν ισχυρή
προτίμηση σε επιθετικά σεξουαλικά ερεθίσματα, γεγονός που τους οδηγεί
σε τέτοιου τύπου σεξουαλικές σχέσεις. Η συμπεριφορά αυτή αναφέρεται σαν
"preferential rape pattern" (Freund et al, 1984), "paraphilic coercive
disorder" (Abel, 1989) ή "biastophilia" (Money, 1990). Δεν υπάρχουν
εμφανή σημεία που διαφορίζουν το σεξουαλικό σαδισμό και τον
preferantial βιαστή. Ο σεξουαλικός σαδιστής διεγείρεται από τη χρήση
υπερβολικής βίας έναντι των θυμάτων, ενώ ο preferential βιαστής δεν
χρησιμοποιεί βία μεγαλύτερη από όση θα χρειαζόταν για την συμμετοχή του
θύματος. Και στις δύο καταστάσεις ο δράστης εστιάζεται σε ερωτικό στόχο
που του ήταν άγνωστος, γεγονός που παραπέμπει στις διαταραχές ερωτικής
σχέσης (courtship disorders) (Freund et al, 1983). Υποστηρικτικό αυτής
της άποψης ήταν το εύρημα ότι 9 από 17 serial σεξουαλικών δολοφόνων
έδειχναν ενδιαφέρον σε ηδονοβλεψία, τηλεφωνική σκατολογία, και
επιδειξιομανία Warren et al, 1992). H τηλεφωνική σκατολογία όμως των
σεξουαλικών σαδιστών είναι άτυπη, αφού συχνά περιλαμβάνει απειλές, ενώ
η ηδονοβλεψία μπορεί να είναι το αποτέλεσμα της έρευνας που κάνει ο
δράστης για την ανακάλυψη του θύματος στη διάρκεια της νύχτας. Ο
σεξουαλικός σαδιστής επίσης δείχνει να διαφοροποιείται με τις
φαλλομετρικές μεθόδους αφού φαίνεται ότι παρουσιάζει υψηλότερα επίπεδα
διέγερσης σε περιγραφές φυσικής και όχι σεξουαλικής κακοποίησης
γυναικών (Abel, 1989). Πάντως ο διαχωρισμός αυτός μεταξύ σαδιστικού και
μη-σαδιστικού βιασμού δεν υποστηρίχθηκε από τις έρευνες των Knight
& Prentky (1994), γεγονός που υποδηλώνει ότι ο βαθμός βίας που
ασκείται για την υποταγή του θύματος θα πρέπει μάλλον να ειδωθεί σαν
ένα συνεχές και όχι σαν μία παράμετρος που θα μπορούσε να
κατηγοριοποιήσει τους δράστες. Οι περισσότερες μελέτες δείχνουν ότι
μόνο 5-10% των βιαστών πληρούν τα κριτήρια για σεξουαλικό σαδισμό,
σύμφωνα με το DSM-III-R (American Psychiatric Association, 1987) (Abel
et al, 1988), ενώ υπάρχουν κάποιες που ανεβάζουν το ποσοστό σε 45%
(Fedora et al, 1992). Τα διαφορετικά αυτά ευρήματα αναπαριστούν πιθανόν
το γεγονός ότι είτε τα άτομα που μελετήθηκαν προέρχονταν από
διαφοτερικούς πληθυσμούς ή ότι υπήρχε διαφορετική αντίληψη των
ερευνητών για τον σεξουαλικό σαδισμό. Η αντίληψη για τον σεξουαλικό
σαδισμό περιπλέκεται περισσότερο μετά τα ευρήματα ότι αρκετοί
"φυσιολογικοί" μη-παραπτωματίες αναφέρουν σεξουαλική διέγερση όταν
φαντασιώνουν βιασμό ή κακοποίηση γυναίκας. Το 15-20% των ατόμων αυτών
δείχνουν μεγάλη διέγερση σε περιγραφές σαδομαζοχιστικών σκηνών
(Malamuth et al, 1980), και σε σκηνές που το θύμα βιώνει πόνο (Malamuth
& Check, 1983). Παρόμοια, πολλοί νέοι άνδρες δείχνουν να
διεγείρονται από περισσότερο από σκηνές δεμένων γυναικών παρά από
σκηνές με συνεργάσιμες ή χαμογελαστές γυναίκες (Heilbrun & Leif,
1988), οι μισοί εκφράζουν την επιθυμία να εμπλέκονται σε σκηνές με
δέσιμο, και το ένα τρίτο σε μαστίγωμα και ράπισμα στα οπίσθια
(Malamuth, 1988). Το 30% περίπου του γενικού ανδρικού πληθυσμού
αναφέρουν φαντασιώσεις δεσίματος και βιασμού γυναίκας, αν και δεν είναι
γνωστή η συχνότητα και η ένταση αυτών (Crepault & Couture, 1980).
Το 45% άρρενων φοιτητών δήλωσαν ότι θα μπορούσαν να επιχειρήσουν βιασμό
αν ήταν σίγουροι ότι δεν θα συλληφθούν, και το 32% των φοιτητριών ότι
θα μπορούσαν να ευχαριστηθούν έναν ενδεχόμενο βιασμό αν ήταν σίγουρες
ότι δεν θα το μάθει κανείς (Malamuth et al, 1980). Άλλη μελέτη ανεβάζει
το ποσοστό των αρρένων στο 60% (Briere & Malamuth, 1983). Αυτό που
φαίνεται να διεγείρει τους άνδρες αυτούς είναι η φαντασίωση της
εμπλοκής σε επιθετική σεξουαλική δραστηριότητα με μία τελείως άγνωστη,
η υπερκέραση της αρχικής της αντίστασης, και η ενδεχόμενη ευχαρίστηση
από πλευράς της. Τα στοιχεία αυτά είναι παρόντα επίσης στις
φαντασιώσεις μερικών σεξουαλικών σαδιστών και συσχετίζονται με την
αποδοχή κάποιων από τους μύθους που αφορούν το βιασμό (Malamuth, 1981).
Επιπλέον, το 10-15% των γυναικών ανέφεραν ότι αρχικά πιέστηκαν
σημαντικά και αργότερα ευχαριστήθηκαν κάποια σεξουαλική δραστηριότητα
(McConaghy, 1993). Φαίνεται ότι η ύπαρξη κάποιου βαθμού επιθετικότητας
στη σεξουαλική δραστηριότητα, αφενός οδηγεί σε διέγερση και ευχαρίστηση
και στα δύο φύλα, και αφετέρου αποτελεί μέρος της κλασσικής
ετεροσεξουαλικής συμπεριφοράς (Ellis, 1936). Η επιθετικότητα λοιπόν
φαίνεται να βρίσκεται τουλάχιστον ανάμεσα στα φαντασιωσικά θέματα μιας
ερωτικής σχέσης, αλλά δεν υπάρχουν πληροφορίες σχετικά με τη συχνότητα
και την ένταση αυτής (Hucker, 1997).

http://www.obrela.gr/sexual_deviance_5.htm

Psychoanalysis Forum
Admin
Admin

Αριθμός μηνυμάτων : 256
Ηλικία : 40
Location : Greece
Job/hobbies : Psychologist - Psychanalyste en formation
Registration date : 04/03/2008

Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Επιστροφή στην κορυφή


 
Δικαιώματα σας στην κατηγορία αυτή
Δεν μπορείτε να απαντήσετε στα Θέματα αυτής της Δ.Συζήτησης