Η Ψυχοθεραπευτική Διαδικασία

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Πήγαινε κάτω

Η Ψυχοθεραπευτική Διαδικασία

Δημοσίευση από Psychoanalysis Forum Την / Το Δευ Μαρ 17, 2008 4:39 pm

Η Ψυχοθεραπευτική Διαδικασία
Κείμενο του : Anthony Storr


Μετάφραση :Π. Σκαπινάκης
Το κείμενο που ακολουθεί έχει γραφτεί από τον συγγραφέα Anthony Storr και προέρχεται από το βιβλίο του The Integrity of the Personality
(W. Heinemann Medical Books, 1960). Ο συγγραφέας εξηγεί ποιά κατά την
γνώμη του είναι τα συστατικά στοιχεία της ψυχοθεραπευτικής διαδικασίας,
που την καθιστούν επιτυχημένη ανεξάρτητα από την θεωρητική σχολή στην
οποία ανήκει ο ψυχοθεραπευτής. Ας σημειωθεί ότι το κείμενο αυτό
γράφτηκε το 1960 όταν ακόμη ο πόλεμος μεταξύ των διαφορετικών
κατευθύνσεων ήταν σε έξαρση και δεν διαφαινόταν καμιά τάση σύγκλισης
των διαφόρων θεραπευτικών σχολών, ή τουλάχιστον συνεργασίας με σκοπό
την καλύτερη εξυπηρέτηση των αναγκών του κάθε ασθενούς. Αρκετά αργότερα
ξεκίνησε η συστηματική προσπάθεια ανίχνευσης των στοιχείων εκείνων που
είναι κοινά σε όλες τις μορφές ψυχοθεραπείας, που για πολλούς ερευνητές
είναι ενδεχομένως αυτά που παίζουν το μεγαλύτερο ρόλο.Ο Anthony
Storr πολλά χρόνια αργότερα αφιέρωσε ένα ολόκληρο βιβλίο πάνω στην
τέχνη της ψυχοθεραπείας, ένα εξαιρετικό βιβλίο που συστήνεται
ανεπιφύλακτα (The Art of Psychotherapy - 2nd edition, Routledge,
Chapman&Hall, 1990). Μια κριτική του βιβλίου αυτού μπορεί κανείς να
διαβάσει στο American Journal of Psychiatry 151:6, June 1994
"Αν
συνδεθούν πεζότητα και πάθος, θα εξυψωθούν και τα δύο και ο ανθρώπινος
έρωτας θα μεσουρανήσει.Πάψε να ζείς κομματιαστός.Κάνε αυτή τη σύνδεση
και ο μοναχός ή το κτήνος, στερημένα από τη μοναξιά που θεωρούν ζωή, θα
πεθάνουν"
E.M.Forster (Howards End, 1910)Αυτό
το βιβλίο άρχισε με την παρατήρηση ότι τα αποτελέσματα της
ψυχοθεραπείας δεν φαίνεται να εξαρτώνται από τη σχολή στην οποία ανήκει
ο ψυχοθεραπευτής, ούτε από την μέθοδο την οποία χρησιμοποιεί (μολονότι
όσον αφορά την μέθοδο υπάρχει ένας σημαντικός περιορισμός στον οποίο θα
αναφερθώ αργότερα). Πραγματικά, έχουν γίνει έρευνες πάνω στην
ψυχαναλυτική τεχνική που δείχνουν ότι, ακόμη και μέσα στην ίδια σχολή,
οι θεραπευτές διαφέρουν ευρύτατα σε ό,τι κάνουν. Διαφέρουν όχι μονο
στις πεποιθήσεις τις οποίες διατηρούν, αλλά και σε αναρίθμητα ελάσσονα
σημεία τα οποία όμως μπορεί να είναι σημαντικά όπως π.χ., στο πόσο
συχνές είναι οι επισκέψεις του ασθενή, εάν είναι ξαπλωμένος σε ντιβάνι
ή κάθεται σε καρέκλα, στο χρονικό σημείο που γίνονται οι ερμηνείες, και
στο βαθμό ενεργητικής συμμετοχής του θεραπευτή. Όσο πολύτιμα και αν
είναι αυτά τα μεθοδολογικά σχήματα, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι στην
πράξη παρατηρούνται όλα τα είδη των παραλλαγών αναφορικά με τον τρόπο
εργασίας των ψυχοθεραπευτών^ επίσης, αφού η έρευνα στην συγκριτικά
συστηματοποιημένη ψυχαναλυτική σχολή έχει δείξει τέτοια ποικιλομορφία,
έρευνα στην πρακτική άλλων, λιγότερο συστηματοποιημένων
ψυχοθε-ραπευτικών σχολών θα απεκάλυπτε ένα ακόμη μεγαλύτερο εύρος
ατομικών διαφορών. Με αυτά τα δεδομένα είναι δύσκολο να υπερασπιστούμε
την άποψη ότι τα αποτελέσματα της ψυχοθεραπείας εξαρτώνται απο την
τεχνική που χρησιμοποιείται.

Μπορεί βεβαίως να υποστηριχθεί ότι η ψυχοθεραπεία δεν έχει
αποτέλεσματα, και ότι η ανάρρωση κάποιων ασθενών, στους οποίους
εφαρμόστηκαν ψυχοθεραπευτικές μέθοδοι είναι τυχαίο συμβάν. Το γεγονός
ότι τα νευρωτικά συμπτώματα ποικίλουν σε σοβαρότητα, και ότι ένας
αρκετά μεγάλος αριθμός ανθρώπων εμφανίζει αυτόματα εξαφάνιση των
συμπτωμάτων του, έχει επικληθεί ως απόδειξη ότι η ψυχοθεραπεία είναι
ανώφελη, και ότι είτε με, είτε χωρίς τη βοήθειά της ο ίδιος αριθμός
ανθρώπων αποκαθίσταται. Είναι αξιοσημείωτο ότι η πιο δριμεία επίθεση
εναντίον της ψυχοθεραπείας τα τελευταία χρόνια προήλθε από έναν
καθηγητή ψυχολογίας που δεν είναι γιατρός και που ουδέποτε υπήρξε
υπεύθυνος για την περίθαλψη ασθενών^ και ενώ μπορούμε να δεχτούμε τις
επικρίσεις του, όσον αφορά την έλλειψη επιστημονικών αποδείξεων για τα
αποτελέσματα της ψυχοθεραπείας, μπορούμε δικαιολογημένα να αμφιβάλλουμε
για τις απόψεις ενός ανθρώπου που δεν έχει καμιά εμπειρία στη θεραπεία
των νευρώσεων και που δεν ένιωσε υποχρεωμένος να προσπαθήσει να
βοηθήσει έναν συνάνθρωπό του, που βρίσκεται σε άσχημη ψυχική κατάσταση,
μολονότι μέχρι τώρα δεν υπάρχει απόλυτη απόδειξη ότι αυτή η βοήθεια
είναι αποτελεσματική.
Προσωπικά
εγώ, είμαι αναπόφευκτα προκατειλημμένος υπέρ της ψυχοθεραπείας, και
πιστεύω ότι είναι αποτελεσματική σε μιά μεγάλη μερίδα νευρωτικών
περιπτώσεων καθώς επίσης και σε μερικές περιπτώσεις ψυχώσεων. Αλλά,
ακόμη και αν μπορούσε να αποδειχτεί ότι η ψυχοθεραπεία δεν είναι
αποτελεσματική (και αυτό είναι δύσκολο όσο και να αποδείξει κανείς ότι
είναι) θα συνεχίζαμε να καλούμαστε ως γιατροί, και ακόμη περισσότερο ως
άνθρωποι, να κάνουμε μιά προσπάθεια για την περίθλαψη ανθρώπων, που
βρίσκονται σε άσχημη ψυχική κατάσταση και αυτό θα είχε αναπόφευκτα ως
αποτέλεσμα την προσπάθειά μας για τη σύναψη κάποιας σχέσης μ'αυτούς
τους ανθρώπους. Θα οδηγούμασταν, συνεπώς, στην ψυχοθεραπεία ακόμη και
αν δυσπιστούσαμε ως προς την αποτελεσματικότητά της: διότι, όπως εγώ το
αντιλαμβάνομαι, η ψυχοθεραπεία συνίσταται βασικώς από δύο ανθρώπους που
επιχειρούν να κάνουν μια σχέση ο ένας με τον άλλο. Η εικόνα της
ανθρώπινης ανάπτυξης που έχω σκιαγραφήσει βασίζεται σε μια θεμελιώδη
υπόθεση, που απρρέει από την πρακτική της ψυχοθεραπείας: αυτή είναι ότι
η ανάπτυξη της προσωπικότητας και η ανάπτύξη των σχέσεων με αντικείμενα
είναι τελικά δύο όψεις της ίδιας διαδικασίας, και ότι δεν έχει νόημα να
μιλά κανείς για την προσωπικότητα σα να υπήρχε ανεξάρτητα από τις
διαπροσωπικές σχέσεις.
Στη
δικιά μου αναζήτηση για μια ερμηνεία της αποτελεσματικότητας της
ψυχοθεραπείας έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο υποκείμενος κοινός
παράγοντας είναι η ανάπτυξη της σχέσης μεταξύ ασθενή και ψυχοθεραπευτή.
Οι μέθοδοι και οι θεωρίες διαφέρουν ευρέως: αλλά κάθε ψυχοθεραπευτική
κατάσταση περιλαμβάνει τουλάχιστον δύο ανθρώπους - έναν θεραπευτή κι
έναν ασθενή - και μολονότι στην ομαδική ψυχοθεραπεία η σχέση μεταξύ των
μελών της ομάδας μπορεί να είναι πιο σημαντική από αυτήν που
δημιουργείται μεταξύ θεραπευτή και ασθενή, αυτό δεν αντικρούει την
υπόθεση: διότι στην ομαδική ψυχοθεραπεία τα άλλα μέλη της ομάδας δρούν
ως θεραπευτές, ο ένας προς τον αλλο, αφού ο καθένας τους παρέχει για
τους άλλους την δυνατότητα νέων σχέσεων σ'ένα ειδικό θεραπευτικό
περιβάλλον - το οποίο είναι επίσης και το χαρακτηριστικό γνώρισμα της
ατομικής ψυχοθεραπευτικής κατάστασης.
Σ'αυτό
το σημείο αισθάνομαι υποχρεωμένος να διασαφηνίσω τον περιορισμό ως προς
τη μέθοδο της ψυχοθεραπείας στην οποία αναφέρθηκα στην αρχή αυτού του
κεφαλαίου. Πιστεύω ότι υπάρχει σημαντική διαφορά μεταξύ ψυχοθεραπείας
κατά την οποία η πειθώ, η υποβολή και η ύπνωση είναι οι κύριες
χρησιμοποιούμενες μέθοδοι και ψυχοθεραπείας, που είναι κατά κύριο λόγο
αναλυτικής κατεύθυνσης. Αναλυτές αρκετά διαφορετικής εκπαίδευσης και
θεμελιωδών πεποιθήσεων συμφωνούν, σχετικά με την υποβολή και την ύπνωση
ότι αποτελούν κατώτερες μορφές θεραπείας. Ακόμη και αν παραδέχονται ότι
υπάρχει ένας χωρος στην ψυχοθεραπεία γι'αυτές τις μεθόδους, θα
συμφωνήσουν ότι η υποβολή αντιτίθεται κατά κάποιο τρόπο στους σκοπούς
της ανάλυσης. Παρατηρείται μια πραγματικά μεγάλη διάσταση της πρακτικής
και της προσωπικότητας μεταξύ εκείνων των θεραπευτών που χρησιμοποιούν
αναλυτική προσέγγιση και εκείνων, που βασίζονται κατά κύριο λόγο στην
υποβολή και η απόκλιση αυτή στηρίζεται σ'ένα διαφορετικό θεμελιώδη
στοχο. Ένα απλό παράδειγμα μπορεί να χρησιμεύσει για να απεικονίσει
αυτό. Ας υποθέσουμε ότι ένας υπνωτιστής υποβάλλει σε έναν ασθενή του
την ιδέα ότι θα γίνει πιο ανεξάρτητος, περισσότερο ικανός να παίρνει
αποφάσεις, με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση. Εάν ο ασθενής απαντήσει σ'αυτήν
την υποβολή μπορεί να θεωρηθεί ότι επιτεύχτηκε ένα ικανοποιητικό
αποτέλεσμα. Αλλά είναι δικαιολογημένο να ζητήσουμε να πληροφορηθούμε
πάνω σε ποιά βάση στηρίζεται αυτή η νεο - εδραιωθείσα ανεξαρτησία. Εάν
ένας άνθρωπος γίνεται πιο ανεξάρτητος απλώς και μόνο διότι κάποιος του
λέει ότι θα έπρεπε να γίνει είναι αμφίβολο κατά πόσον έχει πραγματικά
τη βούληση να γίνει πιο ανεξάρτητος, και ακόμη πιο αμφίβολο κατά πόσον
η φαινομενική αυτή ανεξαρτησία θα διατηρηθεί. Η ικανότητα τού να κάνει
κανείς ό,τι του πούνε δεν αποτελεί επαρκή απόδειξη της ανάπτυξης προς
την ωριμότητα. Η κυριαρχική θέση του θεραπευτή και αντίστοιχα η
υποτακτική θέση του ασθενή, θέτουν σε αμφισβήτηση όλες τις
ψυχοθεραπευτικές τεχνικές που βασίζονται στην υποβολή διότι, όταν
κυριαρχείς επάνω σε έναν άλλον άνθρωπο σημαίνει ότι δεν του φέρεσαι ως
ολοκληρωμένο άτομο και ότι τελικά, παρεμποδίζεις την ανάπτυξή του σε
ένα ολοκληρωμένο άτομο αυτό καθαυτό.
Αυτό
δεν σημαίνει ότι αρνούμαστε ότι η υποβολή παίζει το ρόλο της στην
αναλυτικού τύπου ψυχοθεραπεία. Αυτό είναι αναπόφευκτο και ακόμη και ο
πλέον ανεπηρέαστος, ψυχρός και απαθής αναλυτής είναι αδύνατο να
αποφύγει να επηρεάσει τον ασθενή από τον τόνο της φωνής του, την έμφαση
και την χροιά και ακόμη και από τα συγκριτικά απρόσωπα πράγματα όπως το
δωμάτιο στο οποίο παρακολουθείται ο ασθενής.
Αλλά
η στάση του θεραπευτή προς τον ασθενή, που σκοπίμως χρησιμοποιεί την
ύπνωση και την υποβολή είναι πολύ διαφορετική από εκείνη του αναλυτή
και πιστεύω ότι είναι λιγότερο καταλληλη στο να ενθαρρύνει την ανάπτυξη
του ατόμου. Ο Jung αναφέρει ότι οι άνθρωποι αντιδρούν θετικά μόνο
σ'εκείνες τις υποβολές με τις οποίες βρίσκονται κρυφά ούτως ή άλλως σε
συμφωνία και έτσι αφήνει να εννοηθεί ότι ο ρόλος που παίζει η υποβολή
στην αναλυτική ψυχοθεραπεία είναι ασήμαντος, μολονότι δέχεται ότι
υπάρχει. Αλλά η διαφορά στη στάση του αναλυτή συγκρινόμενη με αυτή του
υπνωτιστή είναι σημαντική. Μια θεραπευτική μέθοδος όπως η ύπνωση, που
βασίζεται στο κύρος του γιατρού και που αναπόφευκτα περιορίζει τον
ασθενή σε μιά κατώτερη θέση μπορεί να έχει προσωρινή χρησιμότητα: αλλά
τελικά αποτυγχάνει να υποβοηθήσει την ιδιαίτερη ανάπτυξη ενός ανθρώπου
ως μοναδικό άτομο, εφ'όσον στηρίζεται στην αποδοχή εκ μέρους του
ασθενούς όσων του υποβάλλει ο γιατρός, το οποίο είναι βέβαιο ότι τον
εμποδίζει να δημιουργήσει μιά ισότιμη σχέση με το γιατρό.



Psychoanalysis Forum
Admin
Admin

Αριθμός μηνυμάτων : 256
Ηλικία : 40
Location : Greece
Job/hobbies : Psychologist - Psychanalyste en formation
Registration date : 04/03/2008

Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Η Ψυχοθεραπευτική Διαδικασία

Δημοσίευση από Psychoanalysis Forum Την / Το Δευ Μαρ 17, 2008 4:40 pm



Η
αναλυτική προσέγγιση, από την άλλη πλευρά, ζητά επίμονα από τον ασθενή
να επιλύσει ο ίδιος τα προβλήματά του, και δεν απαιτεί τη συμφωνία του
με το γιατρό ή την υιοθέτηση των ιδεών του. Η λειτουργία του αναλυτή
είναι να καταστήσει σαφές ποιά είναι τα προβλήματα αυτά, και όχι να
παρέχει έτοιμες λύσεις, και η αποφυγή ενός διδακτικού τόνου σκοπεύει
στην ενθάρρυνση της ανεξαρτησίας του ασθενούς.
Ο
Μάρκος Αυρήλιος εξασφάλισε για τον γιό του Κόμμοδο τους καλύτερους
καθηγητές, αλλά η επιμέλεια των πιό μορφωμένων χρησίμευσε μόνο στο να
δημιουργήσει τον πιο φαύλο απ'όλους τους αυτοκράτορες της Ρώμης. Ο
Λόρδος Τσέστερφιλντ υπέβαλλε τον γιό του στα πιο εντατικά μαθήματα δί
άλληλογραφίας με μεθόδους που είναι πλήρως καταγεγραμμένοι, αλλά ο
Στάνχοουπ παρέμεινε πεισματικά ασυγκίνητος και συνέχισε να προτιμά τη
βιβλιοθήκη του από τον κόσμο της εξουσίας και της καλής κοινωνίας, που
ο πατέρας του τόσο ανησυχούσε για το αν θα κατάφερνε να ενταχθεί με
επιτυχία. Οι αναλυτές κάνουν προόδους όταν αποφεύγουν διδακτικούς
τύπους ψυχοθεραπείας, όπως και οι πατέρες προειδοποιούνται ότι καλύτερα
να αποφεύγουν τις προσπάθειες καθοδήγησης των γιών τους διότι, και στις
δύο περιπτώσεις, ο δέκτης της διδασκαλίας τους, η οποία μπορεί να έχει
καλές προθέσεις αλλά είναι δυνατό να παρεξηγηθεί, μπορεί να αγανακτήσει
και να πεί, "Αλλά, ποιός είσαι εσύ που θα μου πείς πώς να ζήσω;". Και
σ'αυτή την απόλυτα ενδεδειγμένη ερώτηση δεν υπάρχει κατάλληλη απάντηση.
Πρότεινα
πιο πάνω ότι η αποτελεσματικότητα της αναλυτικής ψυχοθεραπείας
εξαρτάται απο τη σχέση που αναπτύσσεται μεταξύ του αναλυτή και του
ασθενή. Αυτός είναι πιστεύω ο κοινός παράγοντας, που βρίσκεται πίσω από
τις ποικίλες πεποιθήσεις και πρακτικές των διαφόρων αναλυτικών σχολών.
Η υπόθεση αυτή μπορεί να προεκταθεί περαιτέρω εάν δεχτούμε ότι ο βαθμός
αποκατάστασης του ασθενή είναι ανάλογος προς το βαθμό ωριμότητας της
σχέσης, που είναι ικανός να κάνει με το θεραπευτή. Εάν είναι σωστή η
πίστη μου ότι τα νευρωτικά συμπτώματα είναι μια έκφραση όχι μόνο της
δυσαρμονίας μέσα στο ίδιο το άτομο αλλά επίσης και μια αποτυχία της
ωρίμανσης των σχέσεων του με τους άλλους, εάν στην πραγματικότητα αυτά
δεν είναι παρά δύο όψεις του ίδιου πράγματος, τότε πρέπει να έπεται ότι
η βαθμίαια λύση των νευρωτικών συμπτωμάτων θα συνοδεύεται από την
αυξανόμενη ωριμότητα στη σχέση μεταξύ ασθενή και θεραπευτή η οποία,
στις πιό ευνοϊκές περιπτώσεις, φτάνει στο αποκορύφωμά της με το να
αντιμετωπίζει ο ένας τον άλλον ισότιμα και ως ολοκληρωμένη ανθρώπινη
ύπαρξη. Γνωρίζω, καλύτερα από κάθε άλλον, ότι αυτή η κατάληξη της
ψυχοθεραπείας δεν είναι πάντοτε δυνατή^ αλλά με ενδιαφέρει γα γνωρίζω
την κατεύθυνση προς την οποία σκοπεύω, έστω και αν πολλά από τα βέλη
μου δεν βρίσκουν το στόχο.
Όλες
οι ψυχοπαθολογικές σχολές αναλυτικού τύπου και κάποιες άλλες που δεν
είναι αναλυτικές (για παράδειγμα, οι σχετιζόμενες με τις θεωρίες της
μάθησης) φαίνεται να συμφωνούν ότι οι νευρώσεις και οι ψυχώσεις είναι
άρρηκτα συνδεδεμένες με διαταραχές της ανάπτυξης. Η Φροϋδική σχολή
δίνει έμφαση στις συναισθηματικές διαταραχές της πρώϊμης παιδικής
ηλικίας^ η σχολή της Klein θεωρεί βασικές τις δυσκολίες των πρώτων
λίγων εβδομάδων ή μηνών της ζωής^ και ακόμη και ο Jung, που τονίζει τη
σημασία της ενεστώσας δυσαρμονίας της ψυχής και των προσδοκιών για το
μέλλον, που μπορεί να παραμένουν ανέκφραστες στο υλικό του ασθενή,
αναφέρει ότι οι νευρώσεις οφείλονται στη μονόπλευρη ανάπτυξη της
προσωπικότητας η οποία μπορεί να αναχθεί στις απαρχές της αδύναμης
παιδικής ηλικίας.

Σε προηγούμενο κεφάλαιο συζητήσαμε για την αποσύνδεση και την απόρριψη
των τμημάτων εκείνων της προσωπικότητας που γίνονται αντιληπτά ως ξένα
προς το υποκείμενο: και συμπεράναμε ότι οι πλευρές αυτές του εαυτού
απορρίπτονταν διότι το παιδί έφτανε να πιστεύει, σωστά η λανθασμένα,
ότι ήταν ασύμβατες με τους γονείς και ότι, επειδή αυτό δεν ήταν ακόμη
έτοιμο να ανεξαρτητοποιηθεί από τους γονείς του εξαναγκαζόταν να
προσαρμόσει την προσωπικότητά του, ώστε να ταιριάζει με τις
υποτιθέμενες απαιτήσεις τους. Με άλλα λόγια, λάβαμε ως δεδομένο ότι
επισυμβαίνει μια μερική "αποσύνδεση" στην προσωπικότητα του παιδιού
είτε διότι δεν έγινε καθόλου αποδεκτό, είτε εν πάση περιπτώσει, διότι
έφτασε να πιστεύει ότι δεν γίνεται αποδεκτό, ως ακέραιο άτομο, από τους
γονείς και συνεπώς ότι δεν μπορεί και το ίδιο να αποδεχτεί τον εαυτό
του ως ακέραιο άτομο. Ένα αποτέλεσμα (εν μέρει αναπόφευκτο) αυτής της
έλλειψης αποδοχής είδαμε ότι είναι ότι το παιδί έχει την τάση να
ταυτοποιείται μόνο με αυτά που οι γονείς του φαίνεται να εγκρίνουν, και
να απορρίπτει εκείνα, που φαίνεται να αποδοκιμάζουν^ και προτείναμε ότι
είναι αυτές οι πλευρές της προσωπικότητας που έχουν απορριφθεί,
συνιστάμενες κυρίως από επιθετικές και σεξουαλικές ορμές, που προκαλούν
συμπτώματα στη μετέπειτα ζωή.
Η
μεγάλου βαθμού αποσύνδεση της προσωπικότητας πιστεύω ότι μπορεί να
θεραπευτεί μόνο με την ανάπτυξη μιάς σχέσης με ένα άλλο άτομο, κατά την
οποία ο ασθενής να φτάσει να αισθάνεται περισσότερο αποδεκτός στην
ολότητά του και να μπορέσει συνεπώς να φτάσει να αποδεχτεί ο ίδιος
περισσότερο τον εαυτό του στην ολότητά του. Κατά την έναρξη της
ψυχοθεραπευτικής διαδικασίας ο θεραπευτής είναι υποχρεωμένος να
καταλαμβάνει λίγο - πολύ τη θέση ενός γονιού αντιμετωπίζοντας τον
ασθενή. Το γεγονός ότι η νεύρωση είναι ένα είδος ανωριμότητας ή
παιδικότητας, όπως επίσης και το γεγονός ότι ο ασθενής αναζητά βοήθεια
από το θεραπευτή, θέτει αναπόφευκτα τον τελευταίο σε μια θέση εξουσίας,
καίτοι είναι μια θέση την οποία, αυτός, ελπίζει να κατέλθει προοδευτικά
κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Έχει ήδη προταθεί ότι καλός γονιός
είναι εκείνος, που είναι ικανός να προσφέρει στο παιδί εκείνο το
αίσθημα αγάπης και αποδοχής, που ενθαρρύνει την ανάπτυξή του και την
διαφοροποίησή του ως ξεχωριστό άτομο και που δεν απαιτεί από αυτό να
συμμορφωθεί προς ένα προκαθορισμένο πρότυπο. Η ίδια στάση απαιτείται
και από τον ψυχοθεραπευτή, η στάση που ο Jung περιγράφει ως "αμερόληπτη
αντικειμενικότητα". Δεν θεωρώ ότι έχει σημασία η σχολή στην οποία
ανήκει ο θεραπευτής, ούτε οι πεποιθήσεις ή οι θεωρίες τις οποίες
διατηρεί, εάν ο ίδιος είναι ικανός γι'αυτήν τη στάση αντικειμενικής
αγάπης. Εάν διατηρεί αυτήν τη στάση προσφέρει πιθανότατα ό,τι πιο
σημαντικό απαιτεί ο ασθενής σε κάθε μορφή ψυχοθεραπείας-ένα περιβάλλον
στο οποίο να μπορεί να προχωρήσει η ανάπτυξη.Έχω ορίσει ως βασικό
αξίωμα ότι όλοι οι άνθρωποι αναζητούν την αυτο-συνειδητοποίηση- την
πλήρη άνθηση της προσωπικότητας^ και η άνθηση αυτή μπορεί να λάβει χώρα
μόνο στο γόνιμο έδαφος των ικανοποιητικών διαπροσωπικών σχέσεων. Είναι
πιθανόν ότι αυτό που καθορίζει τη θεραπευτική επιτυχία ή αποτυχία του
θεραπευτή είναι ο βαθμός στον οποίο μπορεί να παρέχει αυτό το έδαφος.
Εάν
ορθά υποθέτω ότι ο ασθενής πάνω απ'όλα αναζητεί αυτό το περιβάλλον, στο
οποίο να αισθάνεται αποδεκτός εξ'ολοκλήρου, είναι ενδεδειγμένο να
ερευνήσουμε γιατί χρειάζεται έναν ψυχοθεραπευτή για να του το παρέχει.
Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι σ'αυτόν τον κόσμο, που ανυπομονούν να
βοηθήσουν τους άλλους και που είναι πρόθυμοι να ξοδέψουν χρόνο και κόπο
για τα προβλήματά τους. Εξ' άλλου, δεν είναι σπάνιο, ο ασθενής κατά τη
διάρκεια της ψυχοθεραπευτικής αναλυτικής διαδικασίας, να δημιουργεί μια
σχέση και με κάποιον άλλον εκτός του θεραπευτή, που να αποδεικνύεται
εξ'ίσου ή και περισσότερο χρήσιμος απ' αυτόν. Μερικοί θεραπευτές
αποθαρρύνουν τέτοιες σχέσεις για το λόγο ότι παρεμποδίζουν τη
μεταβιβαστική κατάσταση^ αλλά ως γενική αρχή , καθε σχέση που μειώνει
τη συναισθηματική απομόνωση του ασθενή είναι καλοδεχούμενη εφ'όσον δεν
είναι ταυτόχρονα και μια σχέση, που θα τείνει να τον κατακλύσει. Οι
ψυχοθεραπευτές συνήθως δεν αισθάνονται άνετα με τη βοήθεια που
προσφέρεται στους ασθενείς τους από φίλους, όχι διότι επιθυμούν να
διατηρήσουν κλειστή τη θεραπευτική κατάσταση, αλλά διότι φοβούνται ότι
ένας φίλος μπορεί να πέσει στην παγίδα να διευθύνει τη ζωή του ασθενούς
παρά να του δώσει την δύναμη για να την κατευθύνει ο ίδιος καλύτερα.
Είναι αρκετά δύσκολο για το θεραπευτή καταρτισμένο, όπως θα έπρεπε, από
την ανάλυση της δικής του προσωπικό-τητας, να αποφύγει την
αδικαιολόγητη παρέμβαση στους ασθενείς του^ αλλά είναι ακόμη πιο
δύσκολο για τους φίλους. Ο λόγος για να αναζητήσει κανείς βοήθεια από
έναν ψυχοθεραπευτή παρά από έναν φίλο είναι ότι ο πρώτος έχει μικρότερη
πιθανότητα υποκειμενικής εμπλοκής με τον ασθενή και συνεπώς έχει
μεγαλύτερη πιθανότητα να είναι ικανός να προσφέρει σ'αυτόν αυτό που
χρειάζεται. Eξ'άλλου, ο ψυχοθεραπευτής αντιμετωπίζει συχνά ανθρώπους,
των οποίων οι φίλοι έχουν σταματήσει εδώ και πολύ καιρό κάθε προσπάθεια
για τη δημιουργία μιας στενής σχέσης, διότι βρήκαν εξαιρετικά δύσκολο
να το κάνουν αυτό. Αυτοί που έχουν τη μεγαλύτερη ανάγκη για ανθρώπινη
επαφή είναι εκείνοι, που τους είναι αδύνατο να την απαιτήσουν, διότι
φοβούνται τόσο πολύ τους άλλους ώστε δεν μπορούν να έρθουν ποτέ σε
κοντινή επαφή με κάποιον^ και στις γνωριμίες που κάνουν τείνουν να
παραιτούνται από τις προσπάθειες για πιο στενή σχέση με κάποιον άλλο,ο
οποίος είτε τους περιφρονεί είτε κάνει πίσω και φεύγει. Είναι ιδιαίτερα
ίσως οι πιο ενδοστρεφείς, σχιζοειδείς ασθενείς, που ο ψυχοθεραπευτής
αντιμετωπίζει τις μεγαλύτερες δυσκολίες, αλλά επίσης και αυτοί, που του
προσφέρουν τη μεγαλύτερη ανταμοιβή^ διότι είναι εκείνοι οι άνθρωποι που
απαιτούν από μέρους του τη μεγαλύτερη επιδεξιότητα. Απλές περιπτώσεις
άγχους μπορεί συχνά να βοηθηθούν από οποιονδήποτε έχει την καλή θέληση
και το χρόνο για να προσφέρει^ αλλά αληθινά μοναχικές προσωπικότητες
απαιτούν μια προσέγγιση και κατανόηση οι οποίες μπορούν να αποκτηθούν
μόνο μέσω εξειδικευμένης εκπαίδευσης.

Η σχέση με το θεραπευτή καθιστά δυνατή την θεραπεία της "αποσύνδεσης",
που παρατηρείται στον ασθενή^ την αποδοχή αυτού που άλλοτε δεν γινόταν
αποδεκτό, την ενσωμάτωση εκείνου που κατά το παρελθόν ήταν απορριπτέο.
Αλλά, μπορεί να αναρωτηθεί ο ερευνητής, δεν υπάρχουν σίγουρα τέτοιες
παρορμητικές πλευρές της ανθρώπινης φύσης, τέτοιες τρομακτικές
καταστάσεις μέσα σε όλους μας, που να είναι αδύνατο να τις αποδεχτούμε
ή να τις εντάξουμε στο είναι μας; Πολλοί άνθρωποι τρομοκρατούνται από
το φρικιαστικό κατάλογο των ψυχοπαθολογικών φαινομένων - τις
εγκληματικές, αιμομικτικές και διαστροφικές φαντασιώσεις οι οποίες
υποβόσκουν στα σκοτεινά πεδία του μυαλού. Η αναλυτική διερεύνηση μπορεί
να φέρει αυτά τα πράγματα στην επιφάνεια της συνείδησης^ αλλά ενώ η
ευαισθησία μπορεί να φωτίσει, συχνά αποτυγχάνει να διαλύσει αυτές τις
φαντασιώσεις, και η έλλογη εκτίμηση των παιδικών τους καταβολών δεν
επισπεύδει απαραίτητα την ωριμότητα. Μήπως η μοναδική πιθανή πορεία
είναι να παραδεχτούμε και να αντικρύσουμε το πρωτόγονο στοιχείο του
εαυτού μας και κατόπιν να κλείσουμε ερμητικά την πόρτα και να μην
επιτρέψουμε την περαιτέρω έκφραση;
Εάν,
ωστόσο, οι υποθέσεις που έχουμε ως τώρα προτείνει είναι σωστές, έπεται
ότι οι τρομακτικές και πρωτόγονες πλευρές του ψυχισμού μας παραμένουν
τρομακτικές και πρωτόγονες μόνο αν δεν συνδέονται με την συνολική
προσωπικότητα και συνεπώς αν δεν συνδέονται με τους άλλους ανθρώπους. Ο
διάβολος διατηρεί τη σατανική του ιδιότητα μόνο εάν έχει αποσχιστεί από
την θεότητα από την οποία προήλθε. Οι επιθετικές φαντασιώσεις, που
είναι τόσο χαρακτηριστικές της πρώϊμης παιδικής ηλικίας και οι οποίες,
αν είναι ακόμη ενεργές στην ενήλικη ζωή, προκαλούν τέτοια ανησυχία σε
ευγενικούς χαρακτήρες που στην πραγματικότητα δεν θα μπορούσαν να
βλάψουν ούτε κουνούπι, παραμένουν σ'αυτήν την πρωτόγονη μορφή διότι το
άτομο που αφορούν έχει επίσης διατηρήσει μία παιδικότητα, και ουδέποτε
μπόρεσε να χρησιμοποιήσει την επιθετική του ενέργεια, η οποία θα
μπορούσε να του διατεθεί αν δεν είχε αποκηρυχθεί σε ένα πρώϊμο στάδιο
της ανάπτυξής του.

Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι, π.χ. οι οποίοι
υποφέρουν από ψυχαναγκαστικές σκέψεις βίας και οι οποίοι φοβούνται
να διαβάσουν ή να κοιτάξουν οποιαδήποτε εκδήλωση βίας - ένας φόβος
που περιορίζει πολύ τις μορφές διασκέδασης, που διατίθενται στον
πολιτισμό μας. Μπορεί να δειχτεί σταθερά ότι, στις καθημερινές σχέσεις
τους με τους άλλους, αυτοί οι άνθρωποι είναι εξαιρετικά υποχωρητικοί,
συγκαταβατικοί και ενδοτικοί. Η επιθετική ενέργεια που εγκλείεται
στα συμπτώματά τους είναι στην πραγματικότητα ενέργεια που θα'πρεπε
να βρίσκει έκφραση στην ζωή και που θα μπορούσε να συνεισφέρει στην
επίτευξη μιας πιό ενήλικης στάσης αν της δινόταν η δυνατότητα. Όσο
πιο υποχωρητικός είναι στην πραγματικότητα ο ασθενής τόσο πιο επιθετικός
θα είναι στα όνειρά του και στις φαντασιώ-σεις του: όσο πιο πολύ
έχει την ικανότητα να δημιουργεί ισότιμες ενήλικες σχέσεις, τόσο
περισσότερο τα παιδικά, παθολογικά και μη αποδεκτά μέρη της επιθετικότητάς
του θα εξαφανίζονται. Είναι η κατάκτηση ενός νέου είδους σχέσης
με τους άλλους και με τον εαυτό του, που τελικώς θεραπεύει τον ασθενή^
και στις πιο σοβαρές αποσυνδέσεις της προσωπικότητας, αυτή η θεραπεία
μπορεί να επισυμβεί μόνο μέσω του ψυχοθεραπευτή. Η μεταβαλλόμενη
σχέση με το θεραπευτή γίνεται μια γέφυρα που οδηγεί στη δημιουργία
πιο ενήλικων δεσμών με τους ανθρώπους που βρίσκονται εκτός του θεραπευτικού
περιβάλλοντος, και αυτή ακριβώς η μεταβαλλόμενη σχέση συνιστά τη
μεταβίβαση.

http://www.mednet.gr/psycho/storr.htm

Psychoanalysis Forum
Admin
Admin

Αριθμός μηνυμάτων : 256
Ηλικία : 40
Location : Greece
Job/hobbies : Psychologist - Psychanalyste en formation
Registration date : 04/03/2008

Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Επιστροφή στην κορυφή


 
Δικαιώματα σας στην κατηγορία αυτή
Δεν μπορείτε να απαντήσετε στα Θέματα αυτής της Δ.Συζήτησης